Γυρίσαμε στον Κυθαιρώνα τα χιόνια έχουν λιώσει μετά από τόσες μέρες,
πολύ λίγα υπάρχουν πια και κάποιες ηλιαχτίδες
πέρναγαν ανάμεσα από τα σύννεφα και μας συνόδευαν.

Το μονοπάτι καθαρό πιά
να πάμε να βρούμε το πανδοχείο
που μου είχε αναφέρει η νεραϊδούλα μου.


Οσο περπατάγαμε μέσα στο δάσος φαινόταν
ότι στο μονοπάτι δεν είχαν περπατήσει για καιρό άνθρωποι
αφού παντού κορμοί και πέτρες είχαν πέσει σε όλη την διαδρομή του.
Τόση ησυχία μέσα στο δάσος και μια αίσθηση ότι κάποιος
σε παρακολουθεί την είχα σε όλη την διαδρομή.
Συνεχίσαμε το μονοπάτι μέχρι που ξαφνικά το δάσος σταμάταγε
και ένας μικρός κάμπος χιονισμένος!!! με αμυγδαλιές ανθισμένες!!!
εμφανίστηκε
κι ανάμεσά τους ένα σπίτι που έμοιαζε με μικρό πύργο.


Πρώτη φορά είδα τέτοιο τοπίο

-Αυτό είναι το πανδοχείο! Το “στέκι της Καλλιρόης”!!!

Με ανοιγμένο στόμα και μάτια από αυτά που έβλεπα
της θύμισα ότι μου είχε υποσχεθεί να μου πεί
γιατί είναι κλειστό τόσα χρόνια και τότε άρχισε να μου λέει την ιστορία του
αλλά μου είπε ότι θα την πεί σαν να είναι παραμύθι
τότε εγώ κάθισα σ’ένα βράχο κάτω από μια
πανέμορφη ολάνθιστη αμυγδαλιά και περίμενα να ακούσω…
και η νεραϊδούλα με το βλέμμα κάπου στο κενό και με φόντο το πανδοχείο άρχισε…

Ηταν μια φορά ένα πανδοχείο το «στέκι της Καλλιρόης» μέσα σε ένα ξέφωτο ενός πυκνού δάσους περιτριγυρισμένο από αμυγδαλιές
Το είχε μια πολύ καλή γυναίκα με τον άντρα της,
αυτός ήταν λίγο περίεργος και του άρεσε το ποτό και να τσιλιμπουρδίζει με άλλες γυναίκες!
Το πανδοχείο το κρατούσε η κυρά του η Καλλιρόη χωρίς αυτή ποιος ξέρει τι θα έκανε!
Η μοίρα όμως κάποια μέρα γύρισε τα πράγματα
η κυρά αρρώστησε βαριά
τότε ο άντρας της ο Μένιος αναγκαστικά ανέλαβε το πανδοχείο…
πέρασε λίγος καιρός και η Καλλιρόη πέθανε!

Το πανδοχείο σιγά σιγά διαλυόταν,
από στέκι περαστικών άρχισε να γίνετε
στέκι αλκοολικών, εγκληματιών και περιθωριακών
ότι ποτά παράνομα και περίεργα εκεί θα τα έβρισκες!
Εκεί σύχναζαν πιά πολλοί και περίεργοι άνθρωποι και ξωτικά του δάσους
Μια μέρα μια πανέμορφη νεράιδα που σύχναζε εδώ και καιρό
στο πανδοχείο είχε πάει εκεί και τα έπινε!
Επινε,
γιατί πριν καιρό είχε γνωρίσει έναν νέο που τον ερωτεύτηκε
και την ερωτεύτηκε
αλλά άνθρωπος αυτός και ξωτικό αυτή δεν μπορούσαν να ζήσουν μαζί!
και τότε αυτός από πίκρα
έφυγε πολύ μακριά και δεν τον ξαναείδε στην ζωή της.
Κατά καιρούς ερχόταν εδώ στο στέκι της Καλλιρόης
και έπινε μακριά από την φυλή της για να ξεχνάει τον νέο…
Αυτή την βραδιά όμως ήταν διαφορετική!
ήπιε πάρα πολύ και μέθυσε…
σε σημείο που δεν μπορούσε να σταθεί ή ακόμα και να πετάξει.
Την είδε ο Μένιος έτσι όπως ήταν και αφού έφυγαν από το πανδοχείο όλοι
πήρε τη μικρή όμορφη νεράιδα και την έβαλε πάνω στο μαξιλάρι του,
η μικρή νεράιδα δεν μπορούσε να αντιδράσει καθόλου
ο Μένιος ξάπλωσε δίπλα της στο κρεβάτι του ευτυχώς… χωρίς να την ακουμπίσει!

Το πρωί η νεράιδα είχε εξαφανιστεί,
όταν ο Μένιος ξύπνησε δεν την είδε στο μαξιλάρι του
δεν τον ένοιαξε και πολύ
ούτε σκέφτηκε τίποτα περισσότερο.
Πέρασε η μέρα και νωρίς το επόμενο πρωί,
με το που ο ήλιος ζέσταινε ο Μένιος άκουσε έναν κτύπο στην πόρτα.
Όταν την άνοιξε δεν υπήρχε κανένας εκεί,
μόνο ένα μεγάλο βαρέλι και μια σημείωση καρφωμένη επάνω του.


Διαβάζει ο Μένιος…

«Σας ευχαριστώ για την ευγένειά σας
εκτίμησα που δεν με ακουμπήσατε παρ’όλα όσα λένε για σας
θέλω να σταματήσω το ποτό για να συνεχίσω την ζωή μου…
το χθεσινό μεθύσι μου έγινε μάθημα!
Απολαύστε αυτό το βαρέλι με τους πελάτες σας,
Σας το χαρίζω με ευγνωμοσύνη για το καλό τρόπο που μου φερθήκατε
και δεδομένου ότι ήταν το πρώτο μου και τελευταίο που παρασκεύασα
και έχω μια παράξενη επαφή με αυτό
δεν θέλω να το καταστρέψω μετά την απόφασή μου.
Σας ευχαριστώ για άλλη μια φορά, Μελίσα η νεράιδα”

Τι όμορφη χειρονομία σκέφτηκε ο Μένιος! Το βράδυ θα το κάψουμε!
Τοποθέτησε μια μεγάλη ανακοίνωση στην πόρτα του μαγαζιού του

«Σήμερα το βράδυ δωρεάν μαγικό νεραϊδίσιο ποτό σε όλους
Χαρισμένο από την όμορφη νεράιδα μας Μελίσα»

Δεν άργησε να διαδοθεί το νέο στη περιοχή
και την νύχτα το πανδοχείο γέμισε
δεν υπήρχε άδειο κάθισμα ούτε για δείγμα!
Ο καθένας ήθελε να δοκιμάσει αυτό το το μαγικό νεραϊδίσιο ποτό.
Ανοίχτηκε το βαρελάκι
και άρχισε η κάνουλα να ρέει το νεραϊδίσιο νέκταρ…
Αλλά, φυσικά, τα πράγματα δεν πήγαν σύμφωνα με το πρόγραμμα.

Στο πρώτο ποτήρι,
οι άνθρωποι χαμογέλασαν κατά γενική ομολογία όχι τρομερά ασυνήθιστα
αλλά μετά από το δεύτερο ποτήρι τα πράγματα άρχισαν να γίνονται λίγο περίεργα.
Ο καθένας άρχισε να καίγεται ελαφρώς.
Τα πρόσωπα κοκκίνισαν και μια λάμψη περίεργη τα φώτισε,
από τα στομάχια έρχονταν περίεργοι ήχοι!
Τώρα αυτό θα μπορούσε να θεωρηθεί
ότι ήταν συνηθισμένο αποτέλεσμα δηλητηρίασης,
αλλά μετά από το τρίτο ποτήρι μερικοί θαμώνες
άρχισαν να αισθάνονται πολύ ελαφρύτεροι..
Στην πραγματικότητα άρχισαν να αιωρούνταν
περίπου δέκα πόντους από το έδαφος

Παραδόξως, αυτό δεν φάνηκε να συμβαίνει στον καθένα!!!

Εκείνοι που δεν αιωρούνταν άρχισαν να ζαλίζονται και να πέφτουν στο έδαφος
έως ότου γίνανε ένα με το πάτωμα με βογκητά
και δεν μπορούσαν να κουνηθούν,
μόνο σαστισμένοι παρακολουθούσαν τους υπόλοιπους να αιωρούνται
και να διασκεδάζουν με τρανταχτά γέλια.
Μερικοί από τους πεσμένους στο πάτωμα
άρχισαν να κοκκινίζουν τόσο πολύ που το δέρμα τους έσκαγε
και φωτιά ξεπηδούσε από μέσα τους!

Οι αιωρούμενοι όμως απολάμβαναν την ιδιαίτερη αίσθηση που τους έφερε το μαγεμένο ποτό!
Στο τέταρτο ποτηράκι άρχισαν να αισθάνονται πράγματι πολύ ελαφριοί!
Η έλλειψη βαρύτητας που ένοιωθαν για πρώτη φορά στην ζωή τους
τους έκανε να κολλήσουν στην οροφή του πανδοχείου
και να προσπαθούν να κρατηθούν από κάπου
ώσπου πέρναγε η ώρα και σιγά σιγά συνήθιζαν αυτή την καινούργια αίσθηση
και άρχισαν να κολυμπάνε στον αέρα και να κινούνται πάνω από το πάτωμα
και ένας ένας να βγαίνει από την πόρτα
και να εξαφανίζετε μέσα στην νύχτα με τρανταχτά γέλια!

Τρείς από τους πεσμένους θαμώνες κατάφεραν να συρθούν έξω από το πανδοχείο
και τρομαγμένοι να εξαφανιστούν προς την πόλη
χωρίς να θέλουν να γυρίσουν ούτε τα μάτια τους πίσω
κρατήσαν εκείνη την νύχτα μυστικό και δεν μίλησαν σε κανένα γι’αυτό
ποτέ δεν μαθεύτηκε τι έγινε στο «πανδοχείο της Καλιρόης»
μια φήμη μόνο τριγύριζε ότι δεν ξαναλειτούργησε ποτέ γιατί
ο ιδιοκτήτης του τρελαμένος εξαφανίστηκε
που έχασε την γυναίκα του έτσι ξαφνικά
και μόνο όσοι περνούν από εδώ κοντά
ακούνε ανάμεσα στα δέντρα κάθε βράδυ φωνές και τρανταχτά…

μετά από αυτά που άκουσα και ανατριχιάζοντας για την ιστορία του πανδοχείου
είπα στην νεραϊδούλα να φεύγουμε μια και οι πρώτες σταγόνες της βροχής έκαναν την εμφάνισή τους και ο ουρανός άρχισε να σκοτεινιάζει επικίνδυνα…
μόλις μπήκαμε στο αμάξι μια τελευταία ματιά μελαγχολική από την νεραϊδούλα
με έβαλε σε σκέψεις

αλλά δεν είχα το θάρρος να την ρωτήσω!

Αυτή πως την ξέρει την ιστορία αφού δεν μαθεύτηκε ;
τι έγινε η Μελίσα;… μήπως είναι η νεραϊδούλα μου;