Το πνεύμα μου ανήσυχο,
και η ψυχή μου σαν τα’άλογο τρέχει και σχίζει τον άνεμο.
Στον καλπασμό, νοίωθεις την πλούσια χαίτη του ν’ανεμίζει,
τα μάτια του να δακρύζουν καθώς διασχίζει τον άνεμο.

-Πνεύμα μου ανήσυχο τι ψάχνεις να βρείς;
στιγμή δεν ησυχάζεις λίγο να ξαποστάσεις κι εσύ!
Μην τάχα γυρεύεις τον κόσμο να φτιάξεις
ή μήπως προσπαθείς το μέλλον να μάθεις;

Το πνεύμα μου, μου απαντά:
-Τον κόσμο να φτιάξω; Όχι είναι ήδη φτιαγμένος,
απλά θέλω να θυμίσω σε αυτούς που ξεχνούν
πως κανείς δεν μπορεί να είναι ευτυχισμένος
αν δεν μπορεί να δώσει αγάπη.
Αν δεν μπορεί να δεί το μερμήγκι που όλοι λίγο πολύ το πατάμε!
Πόσα μπορεί να μας μάθει αυτό το μικρό μερμήγκι!
Το μέλλον να το μάθω; όχι ποτέ!!!
Προτιμώ να μην ξέρω τι μέλλει γενέσθαι.
Αν ήξερα το αύριο τι μου επιφυλάσσει ίσως να το άλλαζα μα τότε θα έχανα την έκπληξη,
Ακόμα κι αν αυτή δεν ήταν αυτή που εγώ ποθούσα.
Θα’χανα!!!  Γιατί δεν θα είχα την χαρά να μάθαινα πως θα ήταν να ζούσα
κάτι που εμένα δεν θα μου άρεσε.

– Θες να μάθεις τώρα γιατί τρέχω;
Γιατί δεν νοείται πνεύμα ήσυχο και ψυχή!
Το πνεύμα και η ψυχή ψάχνει, παρατηρεί, παίρνει και δίνει,
αν ησυχάσει αυτό σημαίνει πως για τον άνθρωπο
έχει έρθει το τέλος σ’αυτή την ζωή!

– Οσο  ζω το πνεύμα μου θα τρέχει θα παρατηρεί
θα παίρνει και θα δίνει γιατι αυτό είναι η ζωή!!!