και ο γεροντάκος άρχισε να μου λέει μια ιστορία σαν παραμύθι

    συνεχίζοντας το ψάξιμο μαζί μου στα ερείπια…

Μια φορά κι ένα καιρό

σε μια μακρινή χώρα που την έλεγαν Ελλάδα

υπήρχε ένα όμορφο χωριό μέσα σ’ένα παρθένο δάσος από έλατα, πλατάνια και πεύκα

ρυάκια το διέσχιζαν και ολόδροσες πηγές το περιτριγύριζαν

πολλοί οι κάτοικοι του τα ζώα και τα πουλιά

υπήρχε κι ένας παλιός θρύλος που μίλαγε ότι κατοικούσαν στο πυκνό δάσος

ανάμεσα στις πηγές νεράιδες και ξωτικά!

εκεί λοιπόν υπήρχε κι ένα χωριό, ένα νεραϊδοχώρι

οι κάτοικοί είχαν τα πάντα και οι ζωές τους είχαν βρει έναν ρυθμό

που απολάμβαναν την φύση με τις οικογένειές τους!

εκεί ζούσε και μια κυρία μόνη

η κυρα Βάσω

μόνη, γιατί ο άντρας της ναυτικός δεν γύρισε ποτέ

από κάποιο από τα ταξίδια του

ποτέ δεν έμαθε νέα του και έτσι τον περίμενε μια ζωή να γυρίσει

τα χρόνια περνούσαν και η κυράΒάσω μεγάλωνε

παιδιά δεν είχε αποκτήσει

και σιγά σιγά η δουλειά στα χωράφια την έριξε

η μέση της δεν άντεχε άλλο

δεν μπορούσε να περπατήσει

και κουνιόταν μόνο με το αναπηρικό καροτσάκι

ένα μεσημέρι που καθόταν στον κήπο μόνη της

ένοιωσε κάποιον ή κάτι δίπλα της

γυρνάει και δεν βλέπει κανένα

αυτό συνεχίστηκε μέρες η παρουσία δεν έλεγε όμως να φύγει.

Ξέροντας από παλιά για τα ξωτικά και τις παραδόσεις του χωριού

και για να μην της κάνουν κακό έπρεπε να τα φιλέψει

αποφάσισε να φτιάξει μια μέρα ένα γλυκό

μια σπιτική μαρμελάδα και να τους την προσφέρει

καθώς όμως έκοβε τα ροδάκινα με το μαχαίρι της ξέφυγε και κόπηκε στο δάχτυλο της

αμέσως το έδεσε γιατί από την πληγή έβγαινε λίγο αίμα

συνέχισε όμως μετά από λίγο την παρασκευή της μαρμελάδας

μόλις τελείωσε στο σούρουπο έβαλε σ’ένα μικρό μπολ

λίγη από την ζεστή μαρμελάδα

και το άφησε το βράδυ έξω κάτω από την πυκνή μουριά στην αυλή της.

Το πρωί ξυπνώντας συνειδητοποίησε ότι η πληγή στο χέρι της έχει κλείσει!

κάτι δεν πήγαινε καλά!

– επουλώθηκε τόσο γρήγορα;

Ασε που στο μυαλό της ακόμα είχε το περίεργο όνειρο που έβλεπε το βράδυ

ότι πάνω από το κρεββάτι της υπήρχαν μικρά ανθρωπάκια


που συζητούσαν για την πληγή της!

Οταν βγήκε στον κήπο το μπολάκι με την μαρμελάδα δεν ήταν πουθενά

τότε κατάλαβε ότι το δώρο που άφησε στα ξωτικά

τα έκανε να την θεραπεύσουν από ευγνωμοσύνη

αλλά για στάσου τα σκανταλιάρικα ξωτικά δεν κάνουν θαύματα

απίστευτο σκέφτηκε αυτό μόνο νεράιδες μπορούν να το κάνουν!

Από τότε η κυραΒάσω κάθε βράδυ άφηνε έξω από το σπίτι της γλυκίσματα

τρόφιμα αλλά και κουβάδες με καθαρό νερό

και πράσινο σαπούνι από τα χέρια της φτιαγμένο

για να πλένονται οι νεράιδες, ήξερε ότι τους αρέσει η καθαριότητα!

Με τον καιρό στο χωριό διαδόθηκε

και όλοι πιστεύαμε ότι μια νεράιδα ζούσε μαζί με την κυραΒάσω

αφού σχεδόν καθημερινά στο σπίτι της φρόντιζε να κάνει την παρουσία της

αφήνοντας πράγματα από τον νεραϊδόκοσμό της

και όποιος πλησίαζε στην αυλή της

τον τύλιγε ένα μαγευτικό μεθυστικό άρωμα από αγριολούλουδα

που σε κανένα άλλο σημείο του χωριού δεν το ένιωθες.

Πολλοί μιλούσαν στο χωριό ότι ακούγανε μελωδικές αρμονικές καμπανούλες

και μια φωνούλα που τραγούδαγε ένα μαγευτικό ακαταλαβίστικο τραγούδι

και όταν πλησίαζαν πιο κοντά στην αυλή της αυτό σταματούσε…

συνεχίζετε…