Και συνέχισε να αφηγείται ο παππούς…

– Ωσπου ήρθε αυτή η εφιαλτική μέρα, η μέρα της καταστροφής μας !

Η κυρα Βάσω δεν ήθελε να φύγει όπως και οι υπόλοιποι υπερήλικες γειτόνοι μας

μόλις οι φλόγες πλησίασαν κλείστηκε στο μικρό σπιτάκι της

μια και το αναπηρικό καροτσάκι της δεν της άφηνε πολλά περιθώρια για να κινηθεί

οι τρεις άντρες-παππούδες που είχαμε απομείνει

καθίσαμε στον δρόμο έξω με τις τσάπες να κάνουμε ότι μπορούμε

οι φλόγες έρχονταν από παντού και έγλειφαν τα κορμιά μας

δίπλα μου είχα μια στέρνα και με ένα κουβά έβρεχα συνέχεια το σώμα μου

από το λιγοστό της νερό

ώσπου κάποια στιγμή μέσα στις φλόγες είχα απομείνει μόνος μου

και στους πυκνούς καπνούς αμυδρά είδα μια νεράιδα να αιωρείται μπροστά μου

δεν ήξερα αν ήταν παραίσθηση ή όραμα, πριν το τέλος μου

τότε άκουσα την γλυκιά φωνούλα της

-που είναι η κυρα Βάσω μου;

Της έγνεψα το σπίτι της με το βλέμμα μου

γιατί σάλιο δεν υπήρχε, φωνή δεν έβγαινε

ο καπνός έκαιγε τον λαιμό μου

εκείνη την στιγμή στο σπίτι της κυρά Βάσως οι φλόγες το είχαν ζώσει και το έκαιγαν από παντού

δεν υπήρχε σωτηρία πια για κανέναν

είδα τότε την νεράιδα χωρίς δισταγμό να ορμάει με μανία να μπει στο καμένο σπίτι

να σώσει την ανάπηρη γιαγιά

αλλά πως θα την σώσει;

εγώ άρχισα να γέρνω από τις αναθυμιάσεις

τα γέρικα πόδια μου δεν με κρατούσαν άλλο

έβλεπα εκείνο το μικρό πλασματάκι να προσπαθεί να ξεγελάσει τον πύρινο κλοιό

για να καταφέρει να μπει μέσα στο σπίτι

έβλεπε ανάμεσα στον καπνό

τα πεταλουδένια φτεράκια της να παίρνουν φωτιά

το απαλό της νεραϊδένιο κορμί λαμπάδιασε πριν καλά καλά πλησιάσει την φλεγόμενη πόρτα

που με ορμή έπεσε πάνω της!

εκεί έχασα τις αισθήσεις μου

μέχρι πριν λίγο που ένα παλικάρι με ανάστησε και συνήλθα

ευτυχώς με το πέσιμο είχα βουτήξει μέσα στην στέρνα και γλίτωσα, μόνο εγώ!

οι άλλοι γείτονες ταξιδεύουν στην γυναικούλα μου κοντά!

O Απόστολος είχε μείνει άφωνος ακούγοντας την περιγραφή του φίλου του

ο Νίκος συνέχισε:

-Εκείνη την στιγμή βρήκαμε την φωτογραφία σχεδόν άθιχτη και το χάλκινο καντιλάκι μαζί

ο παππούς τα έπιασε και τα φίλησε σαν ότι πιο πολύτιμο είχε

και έτσι ήταν! γιατί πια δεν είχε τίποτα άλλο!

τον πήρα στο ασθενοφόρο αφού τύλιξα με προσοχή το εύρημά μου

– δεν ξέρω τι να την κάνω τώρα Απόστολε! Τι λες κι εσύ;

Εκείνη την στιγμή μια νοσοκόμα τους διέκοψε

τους ενημέρωσε ότι ο γέρος

με το καντιλάκι και μια φωτογραφία αγκαλιά

που έφερε πριν λίγο το ασθενοφόρο δεν άντεξε η καρδιά του!

Οι δυο άντρες κοιτάχτηκαν

– τώρα τι κάνω; ποιος θα πιστέψει την ιστορία μου;

– Νίκο νομίζω ότι πρέπει να την επιστρέψεις στο χώρο της

στην εποχή μας κανένας δεν πιστεύει σε νεράιδες

κάνε ότι νομίζεις εσύ καλύτερο

εγώ πηγαίνω μέσα με περιμένουν οι τραυματίες!

Ο Νίκος ξανατύλιξε το άψυχο κορμάκι και έφυγε για το νεραϊδοχώρι

πήγε ξανά στα συντρίμμια της αυλής της κυρα Βάσως

εκεί που το πρωί τις είχε βρει μαζί αγκαλιά

και σε μια γωνίτσα της αυλή

υπήρχε μια μισοκαμένη τριανταφυλλιά

ακούμπησε απαλά το καμένο κορμάκι

ένα τελευταίο χάδι

έσκαψε στην ρίζα της και εναπόθεσε εκεί απαλά

το άψυχο σωματάκι

σκεπάζοντάς το με λίγο χώμα και με πέταλα από τα καμένα τριαντάφυλλα

τώρα θα ξεκουραστεί εκεί δίπλα από την ψυχή της κυρα Βάσως

της καλύτερης φίλης της!

Η ιστορία μου είναι αφιερωμένη στους 65 ανθρώπους που έφυγαν άδικα
απ’την ζωή τις προηγούμενες μέρες από τις μεγάλες φωτιές!
H φωτογραφία με την νεκρή νεράιδα την χρησιμοποίησα για την ιστορία μου
είχε δημοσιευτεί σε περιοδικά και στο διαδίκτυο πριν αρκετό καιρό
με το ερώτημα αν είναι νεράιδα ή κάτι άλλο!
ακόμα έχει παραμείνει αναπάντητο μυστήριο
όπως και οι φωτιές!!!