Σταματάει απότομα το ασθενοφόρο μπροστά στο Κέντρο Υγείας και μαζί με τους τραυματίες ο Νίκος ένας από τους διασώστες κρατάει διπλωμένο προσεκτικά ένα άσπρο σεντόνι με προσοχή

κανένας δεν του δίνει σημασία γιατί όλοι τρέχουν στα φορεία και στους ανθρώπους που είναι τραυματίες.

Αυτός με τρεμάμενα χέρια μπαίνει στα πολύβουα ιατρεία περνάει από διαδρόμους και καταλήγει σε ένα μακρινό δωμάτιο φωνάζοντας τον φίλο του χειρούργο που περιποιόταν εκεί κοντά κάποιους τραυματίες.

-Ελα Νίκο τι έγινε; έχεις κάποιο έγκαυμα; για να σε δω!

-Απόστολε δεν είναι έγκαυμα μα κάτι περίεργο που βρήκα μαζί με μια γιαγιά

στο Νεραιδοχώρι που κάηκε εχθές το βράδυ!

Ηταν μαζί με το απανθρακωμένο πτώμα της και το κρατούσε σφιχτά στο στήθος της

και όταν κατάφερα και άνοιξα τα χέρια της βρήκα αυτό!

    – ρε συ Νίκο τι είναι αυτό;

    – δεν ήθελα να το δείξω σε κανένα μόνο εγώ κι εσύ το ξέρουμε!
    Τί να κάνω δεν ξέρω;

    – Τρελαμένα πράγματα! Που το βρήκες;

    – Απόστολε άκου τι έγινε!

    ρώτησα ένα παππού που περιφερόταν με μισοκαμένα ρούχα σε κάτι ερείπια εκεί δίπλα

    και χωρίς να με κοιτάξει μου είπε:

    – αγόρι μου εδώ εχθές το βράδυ έγινε μεγάλη καταστροφή!

    ο παππούς ασταμάτητος δεν με άφησε να ρωτήσω παραπάνω, έβγαζε τον καημό του!

    – ούτε θεός, ούτε διάολος μας λυπήθηκε

    είχαμε μείνει μόνοι μας 14 νοματαίοι

    κανένας δεν μας είπε ότι η φωτιά πλησίαζε.

    Οταν το καταλάβαμε ήταν αργά και τα τηλεφωνά μας κομμένα

    οι έξι νέοι αποφάσισαν να φύγουν

    εγώ και οι υπόλοιποι οκτώ και πιο γέροι δεν είχαμε το κουράγιο

    εβδομηνταπέντε χρόνια σ’αυτά τα χώματα έζησα πως να τα αφήσω;

    Είχα υποσχεθεί και στην κυραΜαρία πριν ξεψυχήσει

    πριν δύο χρόνια ότι θα της ανάβω το καντηλάκι της

    μπροστά στην φωτογραφία του γιου μας

    που είχε πεθάνει στρατιώτης στην Κύπρο το ’74

    και ότι θα τις προσέχω τις πέντε κοτούλες της

    και την Φρόσω την αγαπημένη της καστανή γατούλα

    μέχρι να φύγω κι εγώ να πάω να την συναντήσω,

    δεν ήθελα παληκάρι μου να με δει από εκεί ψηλά που βρίσκεται

    ότι έφευγα με την πρώτη δυσκολία!

    Κάθησε κάτω για λίγο κι έπιασε το κεφάλι του
    ποιός ξέρει τι εικόνα του ήρθε στο μυαλό!
    και με τρεμάμενη βουρκωμένη φωνή και δάκρυα στα μάτια συνέχισε:

    – Βλέπεις παλικάρι μου η ζωή μου χωρίς την σύντροφό μου δεν είχε πια αξία!

    – Ελα παππού να σε πάω σε ένα μέρος να σε δει κάποιος γιατρός, του είπα και απάντησε

    – Δεν φεύγω κάπου σ’αυτή την γωνία είναι το καντηλάκι της

    με την φωτογραφία του γιου μου!

    αν δεν τα βρω δεν φεύγω!

    Μου τα έλεγε ψάχνοντας σε ένα βουνό από μπάζα ότι είχε απομείνει

    από το παλιό πέτρινο σπίτι του,

    αποφάσισα να τον βοηθήσω και να μάθω για το εύρημά μου

    τον ρώτησα για την γιαγιά που βρήκα το πτώμα της στην διπλανή αυλή

    και τι ήξερε γι’αυτήν την μαύρη μικρή φιγούρα

    και ο γεροντάκος άρχισε να μου λέει μια ιστορία

    χωρίς να σταματήσει το ψάξιμο μαζί μου στα ερείπια…

συνεχίζεται…