Γυμνός της ξέφυγα μιά μέρα

γδύθηκα τον μαντία τής ζήλιας της που με τύλιγε
κι έντυσα στα νήματα της αράχνης της τον δεσμοφύλακά μου
κι εγώ δεν κράτησα παρά μόνο ένα σπυρί ελπίδας στα χέρια μου
αποφάσισα κι έφυγα εκείνο το βράδυ
με το σακάκι στους ώμους
κι ένα αηδόνι ασώπαστο στο μέρος της καρδιάς…

Μόνος περιπλανιόμουνα περιμένοντας σινιάλο από ένα αστέρι
ένα σκυλί ούρλιαζε στ’αστέρια μέχρι που έφεξε
και τότε σε είδα εκεί μόνη… κόρη του φεγγαριού!

Τι περίεργα παιχνίδια παίζει η μοίρα!

Σκέφτηκα ότι ήρθε η νεράιδα μου την ώρα που κάποιον χρειαζόμουν
κι όμως μια άγνωστη εσύ πέρα από την όχθη του φεγγαριού μου έγνεφες
σε είδα στην αγκαλιά σου να κρατάς, μια λάμψη,
μια ζεστασιά, έναν ανθισμένο ουρανό!
από τα μάτια σου ψιχάλιζαν ο έρωτας και το πάθος…

Τα σωθικά μου φούσκωσαν σαν αγριεμένη θάλασσα όσο σε πλησίαζα
έσκασε στα χείλη μου το χαμόγελο
βουρκώσανε τα μάτια μου

γελώ και κλαίω!

κλαίω και γελώ!

μ’έκανες πάλι… να θέλω να ζω!

ο υπέροχος πίνακας είναι του David Delamare
 
 
 
Advertisements