το Αστρακιανό φαράγγι βρίσκεται λίγο έξω από την πόλη του Ηρακλείου Κρήτης και είναι το μεγαλύτερο φαράγγι της περιοχής έχει μήκος περίπου 12,5 χλμ!

Ξεκινά βορειοδυτικά από την θέση Κολομόδι (περιοχή του Καστελίου πεδιάδος) και περνάει από την περιοχή των Αστρακών, από τις πηγές Μηλιαρά και τα όρια της περιφέρειας του Καρτερού  

Περίπου στην μέση 16χλμ από το Ηράκλειο βρίσκεται το χωριό Αστρακοί του δήμου Ν.Καζαντζάκη. Περνώντας μέσα από το μικρό χωριό και μέσω ενός αγροτικού δρόμου, φτάνουμε στο μικρό μονοπάτι που οδηγεί σε αυτόν τον επίγειο παράδεισο, τον Νεραϊδόσπηλιο.

Καθώς κατεβαίνουμε το μονοπάτι βλέπουμε στα δεξιά μας ένα μικρό σπήλαιο, που κατά τον Γάλλο αρχαιολόγο Paul Faure (ο ίδιος αυτοαποκαλείται Παύλος Φοράκης!), αποτελούσε το ιερό της Τριτογένειας Αθηνάς όπως αναφέρει ο Διόδωρος ο Σικελιώτης σε κείμενο του (Βιβλίο 5, 72-73):. Κατά τον θρύλο βέβαια, το σπήλαιο αυτό είναι η κατοικία των νεράιδων. Λίγο πιο κάτω από το σπήλαιο υπάρχει μια λίμνη, μία από τις λίμνες του φαραγγιού.

Προχωρώντας βόρεια, μέσα από λίγο δύσβατα μονοπάτια (αξίζει τον κόπο όμως), βλέπουμε ένα δεύτερο σπήλαιο στο οποίο έχουν ανακαλυφθεί ευρήματα Μινωικής εποχής. Αν συνεχίσουμε το μονοπάτι, πάντα βόρεια, βγαίνουμε στην περιοχή του Καρτερού.


«Ενετικό γεφύρι στο φαράγγι»

Γύρω από το Νεραϊδόσπηλιο των Αστρακών υπάρχουν πολλές πηγές και σχισμές από τις οποίες βγαίνει νερό οι πηγές του ποταμού Τρίτωνα (έτσι λεγόταν ο Καρτερός Ηρακλείου κατά τους αρχαίους Έλληνες). «Μυθολογούσι δε και την Αθηνάν κατά την Κρήτην εκ Διός εν τας πηγάς του Τρίτωνος ποταμού γεννηθήναι, διό και Τριτογένειαν ονομασθήναι. Εστί δε και νυν έτι περί τας πηγάς ταύτας ιερόν άγιον της Θεού ταύτης, εν ω τόπο την γένισιν αυτής υπάρξαι μυθολογούσι» ( Αναφέρουν το μύθο, ότι και η Αθηνά γεννήθηκε στην Κρήτη, από τον Δία, στις πηγές του ποταμού Τρίτωνα και γι αυτό λεγόταν Τριτογένεια. Υπάρχει και σήμερα σε εκείνες τις πηγές ιερός ναός της Θεάς Αθηνάς, στο μέρος όπου έγινε η γέννηση της, κατά τον μύθο.)  ο Νεραϊδόσπηλιος είναι ένα μέρος ξεχασμένο και αποκομμένο από τον υπόλοιπο κόσμο, λες και μένει έτσι για να μην σβήνουν οι μνήμες, για να μένει ζωντανή η ιστορία. Από αυτές τις πηγές, του ποταμού Τρίτωνα, ξεκινάει το ταξίδι. Ένα ταξίδι, κατά το οποίο, το μεγαλείο της ιστορίας ταυτίζεται με την αγνότητα της παράδοσης και η μεγαλοπρέπεια του μύθου συναντά την απλότητα της φύσης.

Ο θρύλος του σπηλαίου όπως τον κατέγραψε
ο Βασίλης Γ. Χαρωνίτης στο βιβλίο του «Η Κρήτη των Θρύλων» (τόμος Β’)
λέει ότι στο Νεραϊδόσπηλιο των Αστρακών που βρίσκεται μέσα στο φαράγγι του Καρτερού, πήγαιναν οι Νεράιδες και χόρευαν.
Αυτή την υποβλητική σπηλιά, με τις πολλές πηγές, τα κρύα νερά, τα δέντρα και τα πλατάνια γύρω γύρω, που είναι κάπως αποκομμένη από τη γύρω περιοχή εξαιτίας του ότι βρίσκεται μέσα στο φαράγγι, είχαν διαλέξει για τόπο τους οι Νεράιδες!
Ώσπου μια νύχτα, ένας νέος, καλός λυράρης, άκουσε το τραγούδι τους και από περιέργεια μπήκε στη σπηλιά. Κι εκεί τις είδε!
Οι Νεράιδες, με ξέπλεκα μαλλιά, πεπλοντυμένες, λουσμένες στο φως μιας αιώνιας άνοιξης, χόρευαν!
Η λάμψη τους διασπούσε το σκοτάδι, το τραγούδι τους του χάιδευε τ’ αυτιά και τα μάτια του δεν χόρταιναν να βλέπουν τον «αέρινο» χορό τους. Συνεπαρμένος απ’ όλα τούτα τα πρωτόγνωρα που ξετυλίγονταν μπροστά στα μάτια του, έπιασε χωρίς να το καταλάβει τη λύρα του και τις συνόδεψε στο χορό.
Οι Νεράιδες ακολούθησαν το παίξιμό του και ξετρελάθηκε ο νέος από τα όσα γίνηκαν μπροστά του. Την αυγή, άμα χάθηκαν οι Νεράιδες, ο λυράρης δεν ήξερε αν έζησε ένα όνειρο ή αν πραγματικά συνόδεψε τις Νεράιδες στο χορό τους με τη λύρα του. Μα το επόμενο και το μεθεπόμενο βράδυ, οδηγημένος από κάποια αόρατη δύναμη, βρέθηκε πάλι στη σπηλιά και με τη λύρα του έπαιζε ασταμάτητα για τις Νεράιδες που χόρευαν.
Σιγά σιγά, η ματιά του σταμάτησε πάνω σε μια απ’ αυτές και δεν χόρταινε να την κοιτάζει!
Ήταν ερωτευμένος μαζί της!
Όταν το συνειδητοποίησε, πήγε σε μια γριά πολύξερη και ζήτησε τη βοήθειά της. Η γριά, αφού τον άκουσε με προσοχή, του είπε πως άμα πλησιάζει η ώρα να λαλήσουν οι πετεινοί (οπότε χάνονται οι Νεράιδες), ν’ αρπάξει από τα μαλλιά εκείνη που αγαπούσε και να μην την αφήσει με κανέναν τρόπο.
Ήρθε το βράδυ και ο νέος πήρε τη λύρα του και πήγε στη σπηλιά, όπου άρχισε να παίζει όσο γλυκύτερα μπορούσε, χορευτικούς σκοπούς. Σε λίγο, παρουσιάστηκαν οι Νεράιδες και πιάστηκαν στο χορό. Λίγο προτού λαλήσουν οι πετεινοί, ο νέος άφησε τη λύρα του και έκαμε όπως τον είχε συμβουλέψει η γριά.
Η Νεράιδα αντιστάθηκε με λύσσα, αγρίεψε, έβαλε τις φωνές, μα τίποτα! Ο νέος την κρατούσε γερά!
Άρχισε τότε να μεταμορφώνεται πότε σε σκύλο, πότε σε φωτιά, πότε σε φίδι, πότε σε καμήλα, αλλά ο λυράρης την κρατούσε γερά από τα μαλλιά και δεν την άφηνε. Ξαφνικά, λάλησαν οι πετεινοί κι οι άλλες Νεράιδες εξαφανίστηκαν. Τότε εκείνη που κρατούσε ο νέος ξανάγινε πανέμορφη, όπως ήταν πριν και τον ακολούθησε στο σπίτι του.
Έζησε μαζί του ένα χρόνο, του γέννησε ένα γιο, αλλά τη μιλιά της δεν την άκουσε ποτέ! Δυστυχισμένος καθώς ήταν ο νέος λυράρης με τη βουβαμάρα της Νεράιδας – γυναίκας του, μεταχειρίστηκε όλα τα μέσα για να την κάνει να μιλήσει, χωρίς αποτέλεσμα όμως.
Ξαναπήγε λοιπόν στη γριά και της ζήτησε τη συμβουλή της. Εκείνη του ορμήνεψε να πυρώσει καλά το φούρνο κι ύστερα να πάρει το παιδί από τα χέρια της γυναίκας του, να κάνει πως θα το πετάξει μέσα στο φούρνο και να πει: -«Δε μου μιλείς; Τότε ρίχνω κι εγώ το παιδί σου στο φούρνο»!
Ακολουθώντας πιστά τη συμβουλή της γριάς έπραξε όπως τον ορμήνευσε, μα τη στιγμή που έκανε ότι θα έριχνε το παιδί στη φωτιά, η Νεράιδα χίμηξε πάνω του σέρνοντας φωνή:
-«Μη σκύλε το παιδί μου!». Του τ’ άρπαξε από τα χέρια και έγιναν άφαντοι, μάνα και παιδί μαζί.

Απελπισμένος τους αναζήτησε με φωνές, παρακάλια και κλάματα, αλλά μάταια. Η Νεράιδα – μάνα και το παιδί, δεν ξαναφάνηκαν πια.
Πήγε λένε στις νεράιδες-αδελφές της, αλλά αυτές δεν τη δέχτηκαν.
Δεν της συχώρεσαν το ότι άφησε άνθρωπο και την άγγιξε και τη μόλυνε.
Γι’ αυτό αναγκάστηκε και πήγε λίγο πιο πέρα σε μια βρύση που τη λένε Λούτρα.
Εκεί τη βλέπουν δυο – τρεις φορές το χρόνο να κρατεί το παιδί στην αγκαλιά της και να κλαίει. Οι άλλες εξακολουθούν να χορεύουν και να τραγουδούν, χωρίς όμως να έχουν πια λύρα να τις συνοδεύει και χωρίς την αδελφή τους. Η Νεράιδα – μάνα κάθεται λυπημένη παραπέρα και κλαίει. Τα δάκρυά της πέφτουν πάνω στο νερό και το θολώνουν, γι’ αυτό τα νερά του Νεραϊδόσπηλιου εμφανίζονται θολά πότε – πότε.

Aυτά λοιπόν, λέει ο θρύλος!!!

Γύρω από το Νεραϊδόσπηλιο των Αστρακών υπάρχουν πολλές πηγές και σχισμές από τις οποίες βγαίνει νερό, συνοδευόμενο από ένα ελαφρύ θόρυβο, κάτι σαν κλάμα. Και μετά από κάθε νεροποντή στη γύρω περιοχή, τα νερά των πηγών θολώνουν…


εικόνα από την λιμνούλα δίπλα από το σπήλαιο!

Πληροφορίες και πηγή του post  
είναι το 
ΣΤΙΓΜΕΣ,  το Κρητικό περιοδικό και το Stilesonline
οι Φωτογραφίες είναι από την ΑΝΑΠΤΥΞΙΑΚΗ ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ ΑΕ