Μια φορά κι έναν καιρό
η μικρή Χρυσαυγή καθόταν στην παχιά φλοκάτη
δίπλα στην κουνιστή καρέκλα της γιαγιάς της.
Το τζάκι ξερόψηνε κάτι μικρά ξύλα
κι οι φλόγες είχαν τα κέφια τους και χόρευαν
εξωτικούς χορούς
καθώς η γιαγιά της έπλεκε μια ζαχαρί ζακέτα

και της έλεγε ατέλειωτες ιστορίες
με νεράιδες και πρίγκιπες!
Ήταν –λέει- μια φορά
μια μικρή νεράιδα που την έλεγαν Ποίηση
όλη μέρα καθόταν στην άκρη μιας λίμνης
κι έγραφε … έγραφε … έγραφε…
Μια πέτρα κρατούσε στο χέρι και έγραφε
πάνω στο χώμα..
Οι φίλες της αναρωτιόντουσαν τι να γράφει
ώρες ατελείωτες
και κείνη τις κοιτούσε και χαμογελούσε
μα έκρυβε με τα φτερά της κάθε της λέξη.
Η Ποίηση ήταν η ομορφότερη νεραϊδούλα
της λίμνης
τους αγαπούσε όλους και η φωνή της όταν τραγουδούσε
μάγευε όλο το δάσος.
Την άκουγαν να τραγουδάει για την αγάπη
κι έστελναν το τραγούδι της στον ήλιο
με σκάλα τα σύννεφα.
Η Χρυσαυγή άκουγε τη γιαγιά της
και έπλεκε με τα μικρά δαχτυλάκια της
τα κρόσσια από τη φλοκάτη
κάθε κρόσσι και μια χρυσή τούφα
από τα μαλλιά της Ποίησης.
Μέτραγε τις λέξεις, η μικρούλα,
μέτραγε τα κρόσσια και ονειρευόταν…
καθόταν, λέει, δίπλα στην νεραϊδούλα
και ύγραινε το χώμα να μη ξεραθεί
για να μπορεί να γράφει.
Μάζευε το χαμόγελό της και το έστελνε
στα σύννεφα, για να κατέβουν
χαμηλά και σκάλα για να γίνουν.
ν’ ανέβει το τραγούδι της
πάνω από το δάσος
εκεί που κατοικούν οι στίχοι
και ξορκίζουν τα ξωτικά .
Φόρεσε κόκκινο παλτό το όμορφο κοριτσάκι
κι έσταξε ένα χαμόγελο στο μάγουλο της γιαγιάς της
πήρε τη ζέστη της φωτιάς
μέσα στις μικρές χούφτες της
και τις πλεξούδες που’ φτιαξε και τις έκανε κασκόλ.
πήγε στη λίμνη που καθόταν η Ποίηση
η μικρή νεράιδα
και με φιλί αέρινο της πρόσφερε αγάπη!
Της χάρισε την ζεστασιά που φύλαγε για κείνη
και το κασκόλ το τύλιξε γύρω από τα μαλλιά της
για να’ χει για τροφή τις λέξεις
και έμπνευση τη φλόγα…
το πολύ όμορφο παραμύθι το έγραψαν δυο καλές φίλες
η Μαρία Νικολάου και η Γωγώ Πακτίτη
τις ευχαριστώ που γέμισαν με τόση τρυφερότητα τον Νεραϊδόκοσμο!