Μιά φορά κι ένα καιρό


Advertisements

Ηταν το νο 2!!! Όσοι γνώριζαν το ταξίδι μου το κατάλαβαν!

Μια μέρα σε ένα σαφάρι ανάμεσα στα φυλλώματα ενός θάμνου
πέσαμε πρόσωπο με πρόσωπο με το λιονταράκι που βλέπετε
και ευτυχώς που ήταν χορτασμένο απ’ότι μας εξήγησε ο οδηγός μας
αλλιώς τα 2-3 μέτρα που μας χώριζαν επιτρέπονταν ακόμα και τα φιλιά!!!

οι φωτογραφίες είναι δικές μου και σ’αυτήν που ακολουθεί
βλέπετε πόσο κοντά βρεθήκαμε, στα δεξιά είναι το χέρι μου! 😛

Μια φορά κι έναν καιρό οι άνθρωποι μπορούσαν να μιλάνε με τους ανθρώπους μόνο όταν τους συναντούσαν με τον καιρό όμως άρχισαν να μαθαίνουν και άλλους τρόπους επικοινωνίας μηνύματα και συνομιλία στέλνονταν από μακριά!
Τα χρόνια περνούσαν και οι τρόποι πια ηλεκτρονικοί και πιο περίεργοι!

Τηλέφωνο, κινητό, κομπιούτερ, email, site, blog
Πολλούς στενόμυαλους και προκατειλημμένους από τούς ανθρώπους αυτή η επικοινωνία τους ξένιζε φυσικά μέχρι να την γνωρίσουν!

Mε τα χρόνια τα μηνύματά τους σιγά σιγά περνούσαν μεγάλες αποστάσεις fl21.gif
και εξελίχθηκαν τόσο που επικοινωνούσαν πια χρησιμοποιώντας μόνο τον υπολογιστή τους και τις δυνατότητές τους!
Επαφή; …καμία!!!

Αυτό όμως έκανε τους ανθρώπους να ξεχάσουν να χρησιμοποιούν την φωνή τους, το χαμόγελό τους, το άγγιγμα και τα αισθήματά τους ξέχασαν να μιλάνε και να αισθάνονται τους άλλους ανθρώπους!

ήξεραν όμως ότι υπήρχε ένας παλιός νόμος
ότι αν οι άνθρωποι σταματήσουν να επικοινωνούν με τους ανθρώπους
ο κόσμος σιγά σιγά θα χαθεί…

κανένας δεν έπαιρνε την πρωτοβουλία να γίνει μια συνάντηση όλοι είχαν τους φόβους τους σκεφτόντουσαν μήπως γκρεμιστούν αυτό που είχαν φανταστεί για τους άγνωστους φίλους τους μήπως χαθεί η …μαγεία του αγνώστου!!!
τότε κάποιοι πιο τολμηροί αποφάσισαν να το επιχειρήσουν

violet1m.gif είπαν…
-θα κάνουμε ένα κάλεσμα κι ότι γίνει!
-Κι αν δεν υπάρχει ανταπόκριση?
-Ε …τότε είμαστε άξιοι της τύχης μας!

Οι πρόσκληση ρίχτηκε στις οπτικές ίνες και απλώθηκε… νεράιδες και ξωτικά πήραν το μήνυμα
οι ανταποκρίσεις θετικές οι περισσότερες αλλά και ο φόβος του «αγώστου γνωστού» εμπόδισε κάποιους άλλους!

Τελικά το ραντεβού της συνάντησης δόθηκε!
Η μέρα έφτασε και οι άνθρωποι άρχισαν να μαζεύονται στο ραντεβού τους
αινιγματικά χαμόγελα και χαιρετούρες τυπικές για αρχή

δεν άργησε όσο έφταναν οι περισσότεροι να ζεσταίνεται η ατμόσφαιρα
και η αρχηγός νεραϊδοζουζούνα να περιφέρεται με τα πρωτότυπα μπλοκάκια-λευκώματά της να δείχνει τον πραγματικό άνθρωπο που κρύβουμε όλοι μέσα μας.

1.jpg

Μια παρέα που όσο πέρναγε ξεθάρρευε όλοι αλλάζανε θέσεις όλοι θέλανε να γνωρίσουν όλους, πηγαδάκια με χαμόγελα, φιλικά πειράγματα,
αγγίγματα και αισθήσεις που άρχισαν να ξυπνάνε!

…μύρισε Άνοιξη από χαμόγελα

Επιτέλους ξέρουμε ακόμα να χαμογελάμε να αγγίζουμε και να συζητάμε πολιτισμένα
(είχα καιρό να δω τόσο μεγάλη παρέα και όλοι να ακούνε όλους!)

Επιτέλους δεν επικοινωνούσαμε μόνο από τα πληκτρολόγιά μας!!!
αλλά με την χαρά, το κέφι και τα ατελείωτα χαμόγελα μας.

Η Αγριοκερασοζουζούνα
είναι όνομα και πράγμα
αυτό που εμείς λέμε στην πατρίδα μας

ένας άνθρωπος όλος …έξω καρδιά!!! cosmos.gif

Συμπέρασμα?

Με τέτοιους ανθρώπους είναι δυνατόν να χαθεί ο κόσμος μας?

άντε Βάσω και στην επόμενη συνάντηση μας!

 

Ενας πολύ καλός φίλος ο Ηλίας από το Φιλώτι της Νάξου
μου έστειλε μια πολύ ωραία ιστορία για τις Καλές Κυράδες.

fairies.jpg

Καλές Κυράδες λένε τις νεράιδες στα περισσότερα Αιγαιοπελαγίτικα νησιά
πολλοί μύθοι και ιστορίες υπάρχουν γι’αυτές από τους νησιώτες
και παρ’όλο το όνομά τους δεν ήταν πάντα τόσο καλές
αυτές οι νεράιδες
ας δούμε όμως την ιστορία που μου έστειλε ο Ηλίας.

«Στο Φιλώτι της Νάξου το χωριό από οπού κατάγομαι υπάρχει ένας παλιός
μύθος για κακές νεράιδες. Τα γεγονότα απ’ ότι λένε παλιοί άνθρωποι στο
χωριό μου έχουν συμβεί στην πραγματικότητα και παύει να είναι μύθος.
Όμως πολλοί δεν πίστευαν τα λεγόμενα αυτών των ανθρώπων
σχετικά μ’ αυτές τις νεράιδες όπως κι εγώ
όταν το άκουσα γιατί νόμιζαν ότι τα έλεγαν
για να τρομάζουν τα μικρά παιδιά για να κάθονται ήσυχα.
Άλλαξα όμως γνώμη όταν ο παππούς μου μού διηγήθηκε
την ιστορία μιας γνωστής του στο χωριό.
Καταρχάς τις νεράιδες αυτές τις φώναζαν καλές κυράδες
(τοπική ονομασία:καλές κιουράδες)
και τις ονόμαζαν έτσι ειρηνευτικά επειδή ήταν πολύ κακίες.
Οι νεράιδες αυτές ήταν πολύ όμορφες και φόραγαν κάτασπρα ρούχα.
Σκότωναν τους όμορφους του χωριού και τις όμορφες κοπέλες
για να μην υπάρχουν άλλες ομορφότερες στο χωριό από αυτές.
Ο τρόπος που σκότωναν τα θύματα τους ήταν πολύ βασανιστικός.
Αυτές ήταν περίπου 10 με βιολιά και λαούτα
όποιον έβλεπαν τον σκότωναν χορεύοντας
δηλαδή χόρευαν μαζί του ωσότου να πεθάνει.
Αν μίλαγε του έπαιρναν τη φωνή.
Γι’ αυτό λοιπόν τον τσίμπαγαν για να μιλήσει και να του πάρουν τη φωνή.
Μισούσαν το φως γι’ αυτό και εμφανιζόντουσαν μόνο το βράδυ.
Πάντα έλεγαν τα κατορθώματα τους γελώντας.
Ότι δηλαδή σκότωσαν τον τάδε, έβαλαν τρικλοποδιά στον
τάδε, ότι έπνιξαν το μωρό της τάδε κ.α.

fl24.gifΗ ιστορία είναι η εξής:
Ήταν καταχείμωνο όταν οι γυναίκες του χωριού πήγαιναν στο μύλο του
χωριού για να αλέσουν το σιτάρι και να το κάνουν αλεύρι.
Ξεκινούσαν από τις πέντε για να προλάβουν να φτάσουν πριν τις βρει ο ήλιος.
Η Ελένη (μια γυναίκα στο χωριό) είχε κανονίσει από το προηγούμενο μεσημέρι
να πάει με την Ειρήνη(μια άλλη γυναίκα από το χωριό) στο μύλο με τη
συμφωνία να την φωνάξει το πρωί να πάνε παρέα.
Το πρωί λοιπόν η Ελένη ξύπνησε από ένα δυνατό θόρυβο.
Της φώναζε η Ειρήνη λέγοντας της:
-ξύπνα δα Ελένη να πάμε στο μύλο γιάντα θα μας επρολάβει ο ήλιος.
Και η Ελένη τηςαπάντησε:
-προχώρα και περίμενε με στην Αγ. Μαρίνα.
(η Αγ. Μαρίνα ήταν ας πούμε το στέκι των νεραιδών ή ο νεραϊδότοπος).
Ντύνεται γρήγορα-γρήγορα η Ελένη και ξεκίνησε για την Αγ. Μαρίνα που
την περίμενε η φίλη της. Στο δρόμο όμως για την Αγ. Μαρίνα άκουσε βιολιά και
επειδή είχε ακουστά για τις καλές κιουράδες είπε από μέσα της:
οι καλές κιουραδες θα έπιασαν την Ερήνη (τη φίλη της)
την Ερήνη του Γιώργη( ο Γιώργης ήταν ο άντρας της).
Έτσι κρύφτηκε για να μην την δουν!
Η Ελένη πλησίασε και είχε σοκαριστεί γιατί έβλεπε με τα μάτια της
να τσιμπούν και να χορεύουν μετά μανίας την φίλη της
όλο και πιο δυνατά ωσότου να πεθάνει.
Κάποια στιγμή η φίλη της δεν άντεξε και πέθανε.
Τότε οι νεράιδες όλες μαζί είπαν:

-δώστε του χορού να πάει,
τούτη η γης θα μας εφάει,
τούτη η γη που την πατούμε,
όλοι μέσα θε να μπούμε.

Και ξαφνικά εξαφανίστηκαν!!!
Την άλλη μέρα ο άντρας της Ελένης που την έψαχνε την γυναίκα του
βρήκε την Ελένη κρυμμένη μέσα σε μια σπηλιά
να κοιμάται την ξύπνησε και τότε συνειδητοποίησε ότι η Ελένη
δεν μπορούσε να μιλήσει.
Είχε σοκαριστεί τόσο πολύ που δεν μπορούσε να μιλήσει.
Μετά από μια εβδομάδα, όταν μπορούσε ποια να μιλήσει
τα διηγήθηκε όλα στον άντρα της Ειρήνης
και έτσι διαδόθηκε η ιστορία από στόμα σε στόμα!

Δεν ξέρω κατά ποσό αυτή η ιστορία είναι αληθινή πάντως την ξέρουν όλοι
στο χωριό και λένε πως είναι αλήθεια.»

flying-fairy.jpg
Ευχαριστώ κι από δω τον Ηλία για την όμορφη ιστορία που μου έστειλε
καμιά φορά από στόμα σε στόμα περνάνε οι ιστορίες και οι λαϊκοί μύθοι
και πολλές φορές αν δεν αποτυπωθούν κάπου χάνονται


Μια φορά κι έναν καιρό
η μικρή Χρυσαυγή καθόταν στην παχιά φλοκάτη
δίπλα στην κουνιστή καρέκλα της γιαγιάς της.
Το τζάκι ξερόψηνε κάτι μικρά ξύλα
κι οι φλόγες είχαν τα κέφια τους και χόρευαν
εξωτικούς χορούς
καθώς η γιαγιά της έπλεκε μια ζαχαρί ζακέτα

και της έλεγε ατέλειωτες ιστορίες
με νεράιδες και πρίγκιπες!
Ήταν –λέει- μια φορά
μια μικρή νεράιδα που την έλεγαν Ποίηση
όλη μέρα καθόταν στην άκρη μιας λίμνης
κι έγραφε … έγραφε … έγραφε…
Μια πέτρα κρατούσε στο χέρι και έγραφε
πάνω στο χώμα..
Οι φίλες της αναρωτιόντουσαν τι να γράφει
ώρες ατελείωτες
και κείνη τις κοιτούσε και χαμογελούσε
μα έκρυβε με τα φτερά της κάθε της λέξη.
Η Ποίηση ήταν η ομορφότερη νεραϊδούλα
της λίμνης
τους αγαπούσε όλους και η φωνή της όταν τραγουδούσε
μάγευε όλο το δάσος.
Την άκουγαν να τραγουδάει για την αγάπη
κι έστελναν το τραγούδι της στον ήλιο
με σκάλα τα σύννεφα.
Η Χρυσαυγή άκουγε τη γιαγιά της
και έπλεκε με τα μικρά δαχτυλάκια της
τα κρόσσια από τη φλοκάτη
κάθε κρόσσι και μια χρυσή τούφα
από τα μαλλιά της Ποίησης.
Μέτραγε τις λέξεις, η μικρούλα,
μέτραγε τα κρόσσια και ονειρευόταν…
καθόταν, λέει, δίπλα στην νεραϊδούλα
και ύγραινε το χώμα να μη ξεραθεί
για να μπορεί να γράφει.
Μάζευε το χαμόγελό της και το έστελνε
στα σύννεφα, για να κατέβουν
χαμηλά και σκάλα για να γίνουν.
ν’ ανέβει το τραγούδι της
πάνω από το δάσος
εκεί που κατοικούν οι στίχοι
και ξορκίζουν τα ξωτικά .
Φόρεσε κόκκινο παλτό το όμορφο κοριτσάκι
κι έσταξε ένα χαμόγελο στο μάγουλο της γιαγιάς της
πήρε τη ζέστη της φωτιάς
μέσα στις μικρές χούφτες της
και τις πλεξούδες που’ φτιαξε και τις έκανε κασκόλ.
πήγε στη λίμνη που καθόταν η Ποίηση
η μικρή νεράιδα
και με φιλί αέρινο της πρόσφερε αγάπη!
Της χάρισε την ζεστασιά που φύλαγε για κείνη
και το κασκόλ το τύλιξε γύρω από τα μαλλιά της
για να’ χει για τροφή τις λέξεις
και έμπνευση τη φλόγα…
το πολύ όμορφο παραμύθι το έγραψαν δυο καλές φίλες
η Μαρία Νικολάου και η Γωγώ Πακτίτη
τις ευχαριστώ που γέμισαν με τόση τρυφερότητα τον Νεραϊδόκοσμο!

…πρωινός σήμερα

ξαναπήγα στο ξωκλήσι μας

εκεί που αγκαλιασμένοι κάναμε τόσα όνειρα

εκεί που μου ζήτησες να είμαι ο φύλακας άγγελός σου

και στο υποσχέθηκα!

Που να ήξερα ότι η ζωή θα μας ανέστρεφε τους ρόλους!!!

Είχα πολύ καιρό να έρθω!

Ακόμα αγναντεύει την θάλασσα από ψηλά

Όπως εμείς κάποτε…

στο πεύκο είναι ακόμα σκαλισμένα τα ονόματά μας

θυμήσου

πόσες φορές ξεκινάγαμε μόνο και μόνο να τα δούμε

να δούμε αν τα έχει πειράξει κάποιος!

Τι τρέλα θυμήσου!!!

Είναι ακόμα εκεί…

Δεν ξέρω πια δύναμη με οδήγησε…

γιατί θεέ μου μ’έκανες να ξαναπάω;

…μα σήμερα αυτή η ομίχλη δεν την έχω ξαναδεί!

Νοιώθω την υγρασία να μπαίνει μέσα μου

να γεμίζει τα πνευμόνια μου…

αυτή η μυρουδιά η καθάρια …

Ίσως ήσουνα εκεί πριν από μένα…!!! ίσως…

Ισως κι εσύ απόψε το βράδυ θέλησες να πας εκεί..

Κι άφησες την οσμή του κορμιού σου να την βρω…

Θυμάσαι τα κεράκια που είχαμε πάει;

Δεν άλλαξε τίποτα

άναψα πάλι τα δυό κεράκια όπως πάντα

δεν μπόρεσα ποτέ μου να ανάψω μόνο ένα…

Θέλω να μ’ακούσεις σήμερα.

Θέλω να διώξω την ομίχλη από την καρδιά μου!

Θέλω για μια ακόμα φορά την συμβουλή σου,

εκεί ψηλά που με παρακολουθείς…

…δεν θα στην φωνάξω, όπως έκανα πάντα!

Και συ μου φώναζες!!! Θυμάσαι;

– μα αγάπη μου είμαστε μόνοι μας, εμείς κι ο θεός!!!

– χα χα χα , αχ αυτός ο Θεός!

ναι το ξέρω είμαστε μόνοι μας

αλλά ούτε ο θεός θέλω να μ’ακούει

θέλω να έχεις την αποκλειστικότητα…

θέλω να ακούσεις μόνο εσύ…

έλα εδώ κοντά μου…

αλλά θέλω να στην πω στ’αυτί…

έλα κοντά μου κάτσε στο πόδι μου…

σκύψε να σου πω…


…χαμήλωσες τα παντζούρια και ήρθες κοντά μου
μου ψιθύρισες την γνωστή σου φράση:
-η αγάπη μας τώρα μας βλέπει…!!!

Μου έδωσες το ποτήρι με το κόκκινο κρασί
αφού το πέρασες φιλήδονα από τα σαρκώδη χείλια σου
μου έριξες αυτή την λάγνα ματιά σου που πολλά υπόσχεται…
Άναψες τα αγαπημένα σου κεριά για να κοκκινίσεις κι άλλο την ατμόσφαιρά μας
έβαλες το τραγούδι μας να παίζει,
εκείνο το ανακατεμένο ροκ τάνγκο φλαμένγκο που ποτέ δεν ψάξαμε να δούμε τι είναι…
με μια αργή κίνηση έλυσες τα μαλλιά σου
και χωρίς να μιλήσεις
μου έκανες το γνωστό σινιάλο με το βλέμμα σου
ήρθες κοντά ανάλαφρα κι ερωτικά
πήρες τα χέρια μου
και βίαια ανυπόμονα με τράβηξες κοντά σου
και με παρέσυρες σ’ένα τρελό ερωτικό χορό…
αυτόν που πάντα μας άρεσε να χορεύουμε
ποτέ δεν ακολουθούσαμε συγκεκριμένα βήματα και φιγούρες…
πάντα τα κορμιά μας ενωμένα είχαν τα δικά τους βήματα
είναι τότε που όλα γύρω μας χαμηλώνουν τα φώτα τους
τότε που όλα χάνονται
ο χρόνος και ο χώρος…
τότε που ανάβουμε τις φλόγες μας και τρέμουν οι καρδιές μας
τότε που φτερουγίζουν οι αισθήσεις και σε πάνε σε άλλες διαστάσεις
σε άλλες παραισθήσεις…!
νοιώθαμε κοντά μας εκατοντάδες μάτια να μας παρακολουθούν
κι εμείς να δίνουμε την παράστασή μας
ένας μικρός σεισμός γύρω μας και μέσα μας
σπαρταρούν τα κεριά!
σπαρταρούν τα κορμιά μας!
αυτές τις ώρες πυρκαγιά το κορμί σου
στροβιλίζεται αισθησιακά γύρω μου…
πήρες πάλι το παιχνίδι στα χέρια σου και μας απογείωσες
εγώ συμμέτοχος στο έργο σου διαβάζω πάλι την αλήθεια στο κορμί σου
άλλη μια βραδιά θα γίνει η βραδιά μας…

σε κάθε πλησίασμά σου μου αφήνεις και μια ανάσα σου
ένα αναστεναγμό σου, το πάθος σου!
Ποιος θεός σε έχει πλάσει;
Ποια νεράϊδα είχες για μητέρα σου;
Πώς μαζεύτηκε τόση ομορφιά σ’ένα κορμί;
Χαθήκαμε πάλι στου πάθους μας το ταξίδι …

Το βλέμμα σου για μια μόνο στιγμή επάνω μου έγειρε…
Με τρέλαινε αυτή η ματιά σου… το ήξερες πάντα…
Κάτι από μέσα σου… από την σιωπή σου…
Μου φωνάζει… ουρλιάζει…
Αυτή η νύχτα θα είναι δική μας…!!!
Τότε ήρθες και κόλλησες πάνω μου
Μου είπες σιωπηλά:
-μέθυσέ με πάλι απόψε…
να νιώσεις την χαρά μου…
κάνε με να τρελαθώ…!!!

και τα σώματά μας πάλι, χωρίς άλλη εντολή…
σείστηκαν…
συνέχισαν ενωμένα τον αισθησιακό τους χορό
ο μικρός σεισμός μας διαπέρασε πάλι
τώρα πια μόνο με την μουσική των χειλιών μας…

    Last tango – esperanto  

Επόμενη σελίδα: »