Tα ποιηματά μου


Σαν άνεμος ήρθες κοντά μου
κι έγινε φύλλο η καρδιά μου
κι όπου φυσούσες
πήγαινε η τρελή!

Σαν κύμα που σκάει στην ακτή
και  η καρδιά μου βότσαλο εκεί
που το παρέσυρες
στην αγκαλιά σου εσύ.

Παιχνίδι στα χέρια σου εγώ
βρέθηκα να σ’αγαπώ
σκλάβος των ματιών σου
δούλος των χειλιών σου!

Φύλλο στον άνεμο της αγάπης σου
βότσαλο στο κύμα της αγκαλιά σου
έμεινα να σε παρακαλώ
λίγο ακόμα κοντά σου να βρεθώ!
Και εσύ ανέμελη σαν τον άνεμο
σαν το κύμα
έστεκες εκεί απόμακρη
αγέρωχη σαν βράχος σιωπηλός.

Τί κι αν είσαι κύμα!
Τί κι αν είσαι άνεμος!
Τι  κι αν εγώ
είμαι παιχνίδι στα χέρια σου!
Τι κι αν έγινε φύλλο η καρδιά μου
ή βότσαλο της αμμουδιάς για σένα!
Πάνω απ’όλα είμαι άνθρωπος
Και δεν θα πάψω να “σ’αγαπώ”!!!

Advertisements

 

Κι όμως είναι βραδιές

που ανθίζει η θάλασσα

με μουσική την σιωπή της…

τότε χιλιάδες αστέρια

κατεβαίνουν στον βυθό να κοιμηθούν

και οι πυγολαμπίδες της άνοιξης

φώλιασαν ξανά μες την καρδιά μου…

Το φεγγάρι φωτεινό

κάνει τα βότσαλα στις αμμουδιές ν’ανθίζουν

και το νερό φωτίζει σαν γαλάζιος ουρανός

στις ρίζες των βράχων…

Χιλιάδες μάτια γύρω του τ’άστρα

ψιχαλίζουν ανθισμένα έρωτα,

χιλιάδες μάτια υγρά τριγύρω

ζητιανεύουν λίγη αγάπη…

Παντού σιωπή!

Περιμένω σινιάλο από ένα αστέρι…

Η μοναξιά με πνίγει!

Πως θα καλοκαιριάσουμε

χωρίς παρηγοριά;

-Αγγελοι φίλοι μου! μιλήστε πέστε μου,

που κατοικεί;

Πριν ο ουρανός μου γεμίσει σύννεφα

θέλω να την ξαναβρώ,

να την αγγίξω

να μου δώσει λίγο απ’ την αγάπη της…

όλα τ’άλλα μου περισσεύουν!

  Να’χα την δύναμη

το χρόνο πίσω να γυρνούσα

και ξανά απο την αρχή

να σ’αγαπούσα 

Καλπάζει ο χρόνος
και η μοίρα τρέχει μπροστά
σε άγνωστα για μένα μονοπάτια…

σε άγνωστα μάτια γυρεύω να βρώ
το δικό σου βλέμμα το φλογερό.

Με πλανεύει η μοίρα
με μαγεύουνε χείλια
με φλογίζουν τα χάδια
απ’τα άγνωστα μάτια.

Γλιστράω σαν το χέλι
φεύγω από το χέρι
και ξανά εσένα ζητώ
στο χρόνο
στο μέλλον
και πάλι να βρω…

 

 

Σαν όραμα εισαι κοντά μου
και μου χαϊδεύεις τα μαλλιά!
Σαν όραμα τον δρόμο μου φωτίζεις
χωρίς να σε βλέπω το νιώθω
πως πολλές φορές δακρύζεις!

Ξέρω πως μ’αγαπούσες
και ποτέ χατίρι δεν μου χάλασες
μα κι εγώ σ’αγαπώ ακόμα
γι’αυτό και στην ζωή μου προσπαθώ
τον δρόμο που φτιάχναμε μαζί
ν’ακολουθώ!

Ερχονται κάποιες στιγμές
που ξέρω με κοιτάς απο εκει ψηλά
ξέρω δεν εισαι πια εδώ
μα τώρα ωρίμασα εγώ!
Κρατάω σφιχτά τις λιγοστές σου κουβέντες,
θυμάμαι την αγάπη που μοίραζες παντού!
Θυμάσε που σε κοίταγα με απορία
όταν έδινες παντού αγάπη
και σε ρώταγα τι κάνεις;
Ελεγα -μην την χαραμίζεις έτσι…την αγάπη!

Ε! Λοιπόν δεν καταλάβαινα τότε πολλά
κατάλαβα τώρα όμως την αγάπη σου
που ειχες βαθειά
για τα παιδιά,
για τους ανθρώπους γενικά!

Κι αν λάθη έκανα πολλά
εσύ γνωρίζεις το γιατί,
γιατί ο δρόμος που χαράζαμε μαζί
ήταν δύσκολος και δύσβατος πολύ.
Θά’θελα τώρα που εισαι εκεί ψηλά
να δείς που τον ακολούθησα
όπως μου ευχήθηκες
πριν φύγεις για πάντα!
Τώρα που ωρίμασα

μέσα απο τα λάθη μου η καρδιά μου ζητάει
την αγάπη το καλό
κι ας ειναι δυσκολο
να το καταφέρω
στον κόσμο αυτό…

 

“ Χαρισμένο σ’έναν υπέροχο άνθρωπο
τον παππού μου “

 

 

όταν με δεις να έρχομαι
καβάλα στον άνεμο
πάρε τον δρόμο της αυγής
να με φτάσεις

γυμνή να έρθεις
με μόνο σου ρούχο
την οργισμένη οδύνη σου
και μη φοβηθείς!

πιο δυνατοί από τις μπόρες είμαστε
πιο δυνατοί από τις θύελλες
πιο δυνατοί κι από τον θάνατο
έλα να σμίξουμε καλή μου
εκεί που το φως φιλάει
στραφτοκοπώντας το νερό…
και με την σιωπηλή κραυγή μας
να περιμένουμε τους κεραυνούς!

κι άσε τους άλλους αποχαυνωμένους
να ψάχνουν μπουσουλώντας
και μαρτυρώντας
να εξοφλούν όνειρα!

 

 

 

 

 

 

 


Kλείσε τα μάτια σου, μάτια μου!

Μόνο τότε θα φανεί το φώς του φεγγαριού
μόνο τότε θα μπορέσω να δω
το λευκό μεταξένιο δέρμα σου.

Τότε θα μπορέσω να αγγίξω τα χέρια σου,
να τα νιώσω μέσα στα δικά μου
να χαθώ μαζί σου!

Και όταν πάλι τ’ανοίξεις
τότε πάλι θα τυφλωθώ
και το φώς του φεγγαριού
θα χαθεί
για άλλη μιά φορά…

 

 

 

 

Τα ταξίδια μας γεμάτα πάθος και λατρεία
οι ανάσες μας ξέχειλες από μεθυσμένη ευτυχία
η ζωή μας πνοή στον άνεμο
κατευθύνθηκε μακριά από την μοναξιά μας
οι ματιές μας χάραζαν πορεία προς την φωτιά
του πόθου και του πάθους…

η μεγάλη θάλασσα λυσσομανούσε ακούγοντάς μας
ένα ξεχασμένο τραγούδι έπαιζε…
χάδι στα κορμιά μας…
κι εμείς σεργιανούσαμε στα σύνορα της ηδονής
και η σάρκα μας ξεχείλιζε από ρυθμό και αρμονία…

σαν λιωμένα κεριά τα κομμάτια του μυαλού μου
αγγίξανε τα σωθικά σου και αναστήθηκαν

μέσα στα σκοτάδια ένοιωθα την ανάσα σου
κι έψαχνα να βρώ τα κρυμμένα ηδονικά ιδανικά σου…

Επόμενη σελίδα: »